1.4 Λούντβιχ Βιτγκενστάιν
Δεν σου κρύβω πως, μέχρι πρότινος, πίστευα πως o Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (1889-1951) έσπρωξε σε μεγάλο βαθμό την ανθρώπινη σκέψη και τη δυτική φιλοσοφία: διατύπωσε πως τα προβλήματα της φιλοσοφίας είναι άλυτα, επειδή φύονται του εγγενούς προβλήματος της ακατανοησίας της γλώσσας. Επομένως, θα πρέπει πρώτα να βρεθεί μία γλώσσα καθαρή σε νοήματα, και μετά να ασχοληθούμε με τη φιλοσοφία καθαυτή, τα αιώνια ερωτήματα του ανθρώπου. Αυτό το σκεπτικό με συνάρπαζε για χρόνια. Ώσπου έφτασα να ασοχληθώ με τους ρούνους. Ξέρεις τους ρούνους; Είναι ένα σύστημα ιδεογραμμάτων των αρχαίων Κελτών, όπου κάθε ιδεόγραμμα εμπεριέχει μια αρχετυπική ιδέα. Τι έκανα λοιπόν; Άρχισα να γράφω φράσεις με ρούνους. Και – ω του θαύματος! – το αξεπέραστο πρόβλημα της γλώσσας που διατυπώνει ο Βιτγκενστάιν λύθηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για φιλοσοφία γιατί δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα, ισχυρίστηκε ο Βιτγκενστάιν. Και αναζήτησε την πρωταρχική ανόθευτη γλώσσα, που κανείς δεν θα μπερδεύει, και με την οποία θα μπορείς να γράψεις φιλοσοφία.
Αποκαθήλωση:
Τα φιλοσοφικά προβλήματα δεν είναι άλυτα. Όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης διατύπωσε (βλ. Η Φαντασιακή θέσμιση της Κοινωνίας), σε κάθε εποχή δίνονται συγκεκριμένες αξιωματικές απαντήσεις σ’ αυτά, οι οποίες κατά βάσιν είναι φανταστικές, δηλαδή επινοημένες. Ωστόσο, βάσει των απαντήσεων που δίνει ο φιλόσοφος σε απτά και απλά φιλοσοφικά ερωτήματα (Ποιοι είμαστε; Τι επιζητούμε ως κοινωνία; κ.τλ.), διαμορφώνεται η κοινωνία κάθε φορά.
Οι δυτικοί φιλόσοφοι στη σημερινή συγκυρία έχουν εδώ και δεκαετίες επιτακτικό καθήκον να αμφισβητήσουν τις απαντήσεις που έχουν δοθεί, εξαιτίας των προβλημάτων που ο κόσμος αντιμετωπίζει. Δεν τολμούν όμως να ψάξουν καινούριες απαντήσεις και να προδιαγράψουν καινούρια κοινωνία. Έχουν χαθεί σε έναν διανοητικό λαβύρινθο του τύπου πως δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα, κ.τλ.
Τέρμα πια τόσος χαμένος καιρός.
Όσοι δεν ακολουθούν αυτόν τον δρόμο που χάραξε ο Βιτγκενστάιν, ασχολούνται με τον Μαρξ. Χαμένοι μέσα στους δαίδαλους της μαρξικής διαλεκτικής, δεν ανακαλύπτουν τίποτε καινούργιο, αφού δεν ξεφεύγουν από τον οικονομισμό. Και, αν έχουν μείνει κάποιοι απέξω, αυτοί ασχολούνται με τον Φρόιντ. Ή, αν βάλουμε και πιο πρόσφατες εξελίξεις στο διογκούμενο αυτό βουνό της α-γνωσίας, τόσο αδύναμοι όντες πια να διατυπώσουν την οποιαδήποτε θέση, αναζητούν λύσεις και απαντήσεις μέσα από την εργαστηριακή έρευνα, του DNA ή των νοητικών επιστημών. Δηλαδή, μόνον αν αποδείξουν ότι ισχύει κάτι 100% στο εργαστήριο, θα το πιστέψουν. Αυτό με θλίβει: τι απέγινε η αριστοτελική λογική και το εκθαμβωτικό Φως του Λόγου;



